Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ του Νηλ Σάιμον από τον Θ. Ο. Ε.



Λένε, πως για να κάνεις θέατρο πρέπει να εχεις χρόνο. Ίσως...
Προσωπική μου εκτίμηση είναι πως για να κάνεις θέατρο πρέπει να το αγαπάς! Γιατί και χρόνο να έχεις, αν δεν το αγαπάς και δεν σέβεσαι αυτό που καλείσαι να υπηρετήσεις, δεν πρόκειται ποτέ, να κανεις καλό θέατρο. Αυτά τα παιδιά του Θεατρικού Ομίλου Ερμιονίδας νομίζω το αγαπάνε πολύ!

Άλλη μια θεατρική παράσταση παρουσιάζεται αυτές τις μέρες από τον όμιλο στον πολυχώρο Αρτίκι του Κρανιδίου. Το ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ του Νήλ Σάιμον είναι μια ιδιαίτερα χαρισματική κωμωδία με στοιχεία αφόρητης καθημερινότητας, τα οποία καθιστούν το έργο και τόσο επιτυχημένο παγκοσμίως. Το έργο ξεδιπλώνει την φρικτή μοναξιά που βιώνει ο κάθε άνθρωπος μέσα στην διαφορετικότητα - μοναδικότητά του. Φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με όσα δεν μπορεί να αντέξει καθημερινά στην συναναστροφή του με τους γύρω του. Από τους φίλους του, μέχρι τον σύντροφο ή ακόμη και το παιδί του, ο κάθε ένας από εμάς αναγκάζεται να υποχωρήσει, να ανεχτεί, να παραβλέψει, μπροστά σε συμπεριφορές που δεν τον εκφράζουν ή τον ενοχλούν.



Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ο κολλητός φίλος μας που χωρίζει χρειάζεται συμπαράσταση και η δική μας μοναξιά μια παρέα; Τι συμβαίνει όταν αλλιώτικοι άνθρωποι καλούνται να συμβιώσουν και να συνυπάρξουν; Πόσο αλλάζουμε εμείς; Πόσο αλλάζουμε τους άλλους; Πόσο ίδιοι μένουμε; Τι παίρνουμε προίκα από κάθε συμβίωση;



Κατά την ταπεινή μου άποψη, το έργο είναι μια δυνατή μελέτη πάνω όχι μόνο στην ανδρική ψυχολογία, - οι κύριοι ρόλοι είναι αντρικοί - αλλά στην ανθρώπινη. Παρόλο που υπάρχει έντονο το θηλυκό στοιχείο είτε με αναφορές είτε με τους δυο μικρους αλλά γεμάτους σημασία γυναικείους ρόλους, η δράση εξελίσσεται ανάμεσα σε άνδρες. Κορυφώνεται όμως, μετά την καταλυτική παρέμβαση του θηλυκού στοιχείου στην πλοκή του.

Θεωρώ πως η σκηνοθεσία του έργου από τον Διονύση Ξανθό ήταν τόση όση, δίχως υπερβολές και υπερτιμήσεις. Οι κατευθύνσεις ήταν σωστές και δεν είχαμε ολίσθημα από την κωμωδία στην γελοιότητα, κάτι που είναι σύνηθες να συμβει όταν δεν υπάρχει μέτρο και σεβασμός στην ιδέα που υπηρετεί ένα έργο. Εδώ αντιθέτως, είδαμε πολύ καλές ερμηνείες από ερασιτέχνες ηθοποιούς που δουλεύουν με μεράκι, οίστρο και αγάπη.



Ξεκινώντας από τον κεντρικό ρόλο του Οσκαρ, τον οποίο υποδύθηκε με εξαιρετική δεινότητα ο Λουκάς Κούτρας, φοβάμαι πως εχω να πω αρκετά. Κατά αρχήν, ο σωστός υπηρέτης της τέχνης φαίνεται - για να δανειστώ και κατι που άκουσα από τον μεγάλο δάσκαλο εκεινο το βράδυ Κώστα Γεωργουσόπουλο - από το πως αποδίδει και πως υποδύεται έναν ρόλο. Δεν είναι αρκετό δηλαδή να παίζει με την φωνή του μονάχα. Πρέπει να παίζει με κάθε του κύτταρο. Ο Λουκάς Κούτρας υποκρινόταν τον Οσκαρ με κάθε του κύτταρο. Τα μάτια του το βλέμμα του, τα φρύδια του, οι ρυτίδες του, τα μαλλιά του, όλα μα όλα έπαιζαν μαζί του! Τον υπάκουαν! Ο Λουκάς δεν ήταν πια ο Λουκάς πάνω σε εκείνη την σκηνή. Ήταν ο Οσκαρ που ζούσε μόνος ανάμεσα σε κουτιά μπύρας και πίτσας. Ανάμεσα σε γεμάτα αποτσίγαρα και χυμένα ποτά και αναψυκτικά. Ήταν ένας άντρας που δεν είχε οικογένεια, γιατί τον είχε αφήσει η γυναίκα του και έμενε σε ένα σπίτι οκτώ δωματίων, ολομόναχος. Που η μόνη του παρηγοριά ήταν τα βράδια της Παρασκευής που μαζεύονταν οι φιλοι του για πόκερ. 
Δεν είναι τόσο το γεγονός ότι μόρφασε υπέροχα και το κοινό γέλασε στην σκηνή που το απαιτούσε, ούτε ότι αγρίεψε εξαιρετικά όταν αγανάκτησε και το κοινό ενθουσιάστηκε. Είναι που και στην μία και στην άλλη περίπτωση είχες ξεχάσει ότι βλέπεις τον Λουκά Κούτρα να υποδύεται τον Οσκαρ και εβλεπες μονο τον Οσκαρ, που ζει στην Νέα Υόρκη, είναι χωρισμένος και εχει μια διάθεση να κρύβει την μοναξιά του μέσα στην ακαταστασία του και την άρνηση του να βάλει σε τάξη τη ζωή του γιατι απλά έτσι ένιωθε ότι περνούσε καλα. Ήταν που ξαναέγιναν οι συστάσεις μεταξύ σας και για δύο ώρες ο γνώριμος εκει κάτω κύριος δεν ήταν ο φιλος και γνωστος σου Λουκάς, αλλά ο άγνωστος Όσκαρ που στο τρόπο ζωής του έβρισκες κάτι από τον δικό σου...



Το ίδιο ακριβώς διαπίστωνες και όταν παρατηρούσες τον κολλητό του, τον οποίο αποφάσισε να φιλοξενήσει για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το διαζύγιο του και να σταθεί στα πόδια του, καθότι περισσότερο ευαίσθητος και λιποψυχος.  Ο Φέλιξ, είναι ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος από τον Όσκαρ που είχε μαθει να έχει τον έλεγχο στα πάντα, υποχόνδριος με την καθαριότητα και λίγο παραπάνω οικονόμοςαπό ότι ίσως θα έπρεπε, σε αντίθεση με τον ασυγκράτητα σπάταλο φίλο του.
Ο Παναγιώτης Κωστελένος, ο οποίος τον υποδύθηκε, θεωρώ πως ήταν πάρα πολύ καλός. Είχε ένα τεράστιο αβαντάζ το οποίο ήταν η εμφάνισή του και η ηρεμη φυσιογνωμία του. Αυτό δεν ακυρώνει την δουλειά που έκανε και την αξία της ερμηνείας του.  Δείχνει όμως, την έξυπνη επιλογή του σκηνοθέτη. 

Έχω πολλά καλα να πω και για τους τρεις φίλους που πλαισίωσαν το αταίριαστο αυτό ζευγάρι και έδειξαν να συμπάσχουν λίγο με τους φίλους τους. Αρχίζοντας από τον Γιώργο Δημαράκη τον οποίο είχα ακούσει να τραγουδά και ειχα γοητευτεί, θα πω πως ήταν πολύ φυσικός στον ρόλο του Ρου, του φίλου αστυνόμου και δεν ξέρω αν τον βοήθησε η παρέα που ερμήνευε τόσο καλά αλλά, θα ήθελα να τον δώ σε έναν άλλο ρόλο καποια στιγμή πιο μπρουτάλ πιο βαρύ και όχι κωμικό. Διέκρινα στοιχεία εσωτερικά που αποδίδονταν κυρίως στο βλέμμα του. Το βλέμμα είναι μεγάλη υπόθεση σε ένα ηθοποιο. Η αείμνηστη Έλλη Λαμπέτη, την  ηρωίδα της την Σάρα την έπαιξε άλαλη αλλά συγκλόνισε με την ματιά τηςκαι τις συσπάσεις του προσώπου της, όλους όσους είχαν την τύχη να δουν εκείνη την παράσταση.

Ο  Βάκης Λαύκας ως Σπηντ είχε επίσης πολύ φυσικό τρόπο επάνω στην σκηνή. Δεν με εκανε ούτε μια στιγμή να νιώσω πως υποκρίνεται. Γνωρίζοντας δε πως ήταν το βάπτισμα του πυρός για τον Βάκη όπως και για τον Βασίλη Μπογιατζή που έπαιξε τον Βιννι, του αξίζουν διπλά συγχαρητήρια για την προσπάθειά τους και την φυσική ερμηνεία, την τόσο μετρημένη.
Οι τρεις φιλοι προσφεραν  στιγμές συγκίνησης μέσα από το γέλιο που χάριζαν στο κοινό, όταν προσπαθούσαν να προστατεύσουν το φιλο τους Φελιξ από την απελπισία του διαζυγίου.
Γενικά η ομάδα των ανδρών απέδιδε πολύ δυνατά την ένταση και τα δεσίματα εκείνα μεταξύ ανδρών φιλων, ακόμη και όταν εκφράζονταν ό ένας για τον άλλον ελαφρώς απαξιωτικά.

Οι κυρίες της παρέας Ιωάννα Μέξη ως Γκουέντολιν και Χριστίνα Ψαθά ως Σέσσυλι, ήταν νομίζω αρκετά ευθύβολες. Κατάφεραν μέσα από μια έντονη προσέγγιση στους ρόλους τους, να δείξουν και την γυναικεία ψυχολογία και μοναξιά και ταυτόχρονα, την γυναικεία περίεργη ευαισθησία που μπορεί να οδηγήσει μια γυναίκα να πράξει αντίθετα από ότι ένας άντρας περίμενε πως θα έπραττε.

Αν πρέπει να πω και κατι αρνητικό - για να μην θεωρηθεί πως λέγω μονάχα θετικά - θα ήταν πως στις ερμηνείες των δύο κυριών, θα ήθελα λιγότερο επιτήδευση και περισσότερο ξάφνιασμα εσωτερικό στο άκουσμα των προβλημάτων του Φελιξ.  Η σκηνή στον καναπέ όπου είναι η μόνη στατική σκηνή, θα άγγιζε ίσως περισσότερο αν είχε λιγότερο οδυρμό και περισσότερο βλέμμα.

Οι επόμενες παραστάσεις θα γινουν 10 και 11 Μαΐου.  Μην παραλείψετε να βρεθείτε στο Αρτικι για αυτήν την παράσταση. Θα αντιληφθείτε μέσα σε δύο ώρες πως συμβιώνετε τόσο ανόμοιοι χαρακτήρες τόσα χρόνια και πως καλλιεργείτε ή δεν καλλιεργείτε την ανοχή και την διαφορετικότητά σας ταυτόχρονα. Θα αναγνωρίσετε πολλά, θα αναρωτηθείτε για ακόμη περισσότερα.























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου